Showing posts with label drama. Show all posts
Showing posts with label drama. Show all posts

9.1.12

Melancholia

Τίτλος: Melancholia
Έτος: 2011
Σκηνοθέτης: Lars von Trier
Info: Imdb, WikiPedia

Θα προσπαθήσω να κάνω ένα πολύ σύντομο review στο Melancholia, την τελευταία μέχρι στιγμής, ταινία του Trier που απέσπασε διθυραμβικές κριτικές από το διεθνή τύπο.


Η πανέμορφη Kirsten Dunst υποδύεται μια γυναίκα που πάσχει από χρόνια κατάθλιψη. Η δυνατότερη ψυχολογικά αδερφή της (Charlotte Gainsbourg) βρίσκεται πάντα στο πλευρό της σε όλες τις ευχάριστες αλλά και τις δυσάρεστες στιγμές της ζωής. Όταν όλα θα πάνε στραβά στο γάμο της πρώτης, η Charlotte θα αναλάβει να προστατεύσει την αδερφή της από τους απερίσκεπτους γονείς, το μεγαλομανιακό αφεντικό, αλλά και την αυτοκαταστροφική μανία της Kirsten, με κόστος όμως την οικογενειακή της ευτυχία.


Φανταστείτε δύο κόσμους. Τον κόσμο της λογικής όπου τα άτομα με κατάθλιψη παλεύουν για να κρατήσουν σε ισορροπία τις κοινωνικές τους σχέσεις και τον κόσμο της κατάθλιψης όπου η oποιαδήποτε λογική συμπεριφορά φαίνεται μάταια / δίχως νόημα. Ο Trier μέσα στην ταινία μεταφέρει τους χαρακτήρες από τον πρώτο κόσμο στο δεύτερο. Δημιουργώντας μια τραγική συγκυρία στο φυσικό κόσμο (ένας πλανήτης πρόκειται να συγκρουστεί με τη Γη) ο θεατής μπαίνει στην ψυχοσύνθεση του χαρακτήρα της Kirsten. Τελικά η καθόλα λογική μάχη για τη ζωή που δίνει η Charlotte φαντάζει πλέον ως παράλογη/μάταια συμπεριφορά.  O σύζυγός της, που μέχρι εκείνη τη στιγμή παρουσιάζεται σαν το βράχο της  οικογένειας, γίνεται ο πρώτος που θα αναζητήσει έξοδο από την τρέλλα..


Η ταινία έχει πολύ ωραία φωτογραφία. Τα βραδυνά πλάνα είναι εξαιρετικά. Η μουσική παίζει το συνοδευτικό ρόλο που παίζει σε όλα τα έργα του Trier, χωρίς να καταφέρει όμως να βοηθήσει τα σημεία που χρειάζονται δραματουργική υποστήριξη. Δε ξέρω γιατί, αλλά οι Ασιάτες φαίνεται να τα καταφέρνουν καλύτερα με την κλασσική μουσική :-) Επίσης, θα βοηθούσε το θεατή αν καθόλη την ταινία (και ιδιαίτερα στο δεύτερο μέρος) ακούγονταν περισσότεροιι ήχοι από το γύρω περιβάλλον. Θα μας άφηνε να συνδεθούμε πιο εύκολα με τον πανικό της Kirsten στο πρώτο μέρος και της Charlotte στο δεύτερο.


Η ταινία είναι καλή και αξίζει να τη δείτε στις αίθουσες. Θα έλεγα ότι το σύνηθες πρόβλημα του Trier, ότι σπρώχνει δηλαδή επίτηδες το θεατή σε μια συγκεκριμένη ψυχολογική κατάσταση επειδή δε του βγαίνει κάτι στο σενάριο ή στις ερμηνείες, δεν είναι τόσο έντονο σε αυτή την ταινία. Eπίσης το φανταστικό στοιχείο δεν σε αποσπά από την πλοκή και το ξεδίπλωμα των χαρακτήρων, το οποίο μέχρι τώρα ήταν άλλο ένα πρόβλημα του συγκεκριμένου σκηνοθέτη. Οπότε τι έχουμε; Έχουμε έναν ώριμο Trier να παρουσιάζει με αλληγορικό τρόπο τις ανθρώπινες σχέσεις κάτω από το πρίσμα της κατάθλιψης. Τι λείπει; Ίσως η bergman-ική διαλεκτική πάνω στις όχι και τόσο απλοϊκές σχέσεις αυτών των ανθρώπων. What you see is pretty much what you get :-)

Καλή μας χρονιά!

5.1.10

The Rules of the Game

Τίτλος: The Rules of the Game
Έτος: 1939
Σκηνοθέτης: Jean Renoir
Info: Imdb, WikiPedia

Χρόνια πολλά φίλοι και ευτυχισμένο το 2010 με πολλές και καλές προβολές. Μετά από μια μικρή αποχή, λόγω κυρίως των κινηματογραφικών φεστιβάλ αλλά και άλλων υποχρεώσεων, επανέρχομαι δριμύτερος και τι καλύτερο γι’ αυτό, από μια κλασσική ταινία που ξαναείδα πρόσφατα. Πάμε λοιπόν να ξεκινήσουμε τη νέα μας κινηματογραφική χρονιά… and action!

“Ο «Κανόνας του Παιχνιδιού» μαζί με τον «Πολίτη Κέην» είναι αναμφίβολα τα δύο φιλμ που πυροδότησαν τις καριέρες των περισσοτέρων σκηνοθετών. Αντί να απολαμβάνουμε ένα ολοκληρωμένο προϊόν που παραδίδεται για να ικανοποιήσει την περιέργεια μας, νιώθουμε πως είμαστε παρόντες στην ίδια τη δημιουργία του φιλμ, σχεδόν νομίζουμε πως βλέπουμε τον Renoir να οργανώνει τα πάντα ενώ συγχρόνως παρακολουθούμε την προβολή. Για μια στιγμή σκεφτόμαστε: «Θα περάσω και αύριο να δω αν όλα εξελιχθούν με τον ίδιο τρόπο». Κι αυτός είναι ο λόγος που μπορούμε να περάσουμε μερικές από τις καλύτερες βραδιές μας βλέποντας τις ταινίες του”. François Truffaut

Ο σκηνοθέτης Jean Renoir έχοντας μόλις ιδρύσει την ανεξάρτητη εταιρία παραγωγής Nouvelle Edition Francaise, αναλαμβάνει ως παρθενική του παραγωγή την ταινία σταθμός για τον γαλλικό και όχι μόνο κινηματογράφο, που ακούει στο όνομα “Κανόνας του Παιχνιδιού” το 1939. Ο σκηνοθέτης είχε αρχικά συλλάβει την ταινία ως μια ψυχαγωγική κωμωδία τρόπων, υπό τη σκιά ενός πολέμου που επρόκειτο να ξεσπάσει και απειλούσε την Ευρώπη, τελικά όμως, διάλεξε ένα πιο σκοτεινό αφηγηματικό μονοπάτι.

Όλα ξεκινούν σαν μια ελαφριά φάρσα, μια παιχνιδιάρικη κωμωδία δωματίου, στην οποία τα φλερτ και τα ερωτικά μυστικά κινητοποιούν τους χαρακτήρες και καθοδηγούν την ίντριγκα. Καθώς όμως η υπόθεση περιπλέκεται όλο και περισσότερο, αποκαλύπτεται ένας ασφυκτικός μικρόκοσμος και ο “Κανόνας του Παιχνιδιού”, φανερώνει το πραγματικό, βαθιά σκοτεινό του πρόσωπο. Χρησιμοποιώντας ως επίκεντρο τους καλεσμένους που φιλοξενεί η εξοχική έπαυλη ενός αριστοκρατικού ζεύγους, ο Renoir χτίζει κομμάτι κομμάτι την εικόνα μιας κοινωνίας εκτός ελέγχου, σ’ ένα διαρκές θέατρο του παραλόγου, όπου το ξεπούλημα κάθε αξίας είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση…


Διάχυτη λοιπόν, είναι η απελπισία του καλλιτέχνη που κρούει τον κώδωνα του κινδύνου ως προειδοποίηση για μια χώρα έτοιμη να εγκληματήσει ηθικά. Και είναι πραγματικά μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού οι φορές που το σινεμά έχει πει κι έχει δείξει, τόσο σκληρές αλήθειες με τόσο κομψό τρόπο και ίσως η μόνη που έχει απεικονίσει τόσο πειστικά την αβάσταχτη ελαφρότητα του ανθρώπινου είναι. Όλα αυτά, καθιστούν το φιλμ τόσο τρομερά προφητικό στην εποχή του, ώστε το κοινό, αδυνατώντας να δεχτεί το δυσοίωνο όραμα της, κατακεραυνώνει την ταινία, ενώ έξι εβδομάδες μετά την πρεμιέρα η κυβέρνηση ζητά την απαγόρευσή της, με το αιτιολογικό ότι διαστρεβλώνει και παρερμηνεύει παραδόσεις και θεσμούς.

Συνέπεια αυτής της επίθεσης, ήταν να κλείσει η εταιρεία παραγωγής και να κυκλοφορούν για χρόνια, αμφιβόλου διάρκειας κόπιες. Το 1956, ως ειρωνεία βρίσκεται η κανονική της βερσιόν, φτάνοντας μάλιστα μια δεκαετία αργότερα να αναγορευτεί ως η καλύτερη κινηματογραφική στιγμή του τρέχοντος αιώνα.


“Στο δικό μου το βιβλίο, αυτό το φιλμ έχει καταγραφεί ως ένα θαύμα. Γυρίστηκε ακριβώς πριν το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και προβλέπει επακριβώς τον επερχόμενο τρόμο. Κι όμως η ταινία, μοιάζει να κοιτάζει προς τα πίσω, μας δείχνει μια γέρικη, θλιμμένη κοινωνία να χάνεται μπροστά στα μάτια μας. Όχι μόνο στην Γαλλία, μα σε ολόκληρο τον κόσμο, τυφλή, θηριώδης βία επικρατεί, ακόμα κι αν η ίδια η ταινία είναι γεμάτη ζεστασιά και τρυφερότητα. Μια απίστευτη ελαφρότητα της ύπαρξης διαπερνά το φιλμ και μας βοηθά να ξεπεράσουμε την πικρία που αποπνέει. Πολύ καιρό πριν την εφεύρεση του steadicam, απορούμε πως γίνεται μια κάμερα να είναι τόσο ελαφριά.” Wim Wenders

Με την υγεία του να φθίνει σταδιακά, ο Jean Renoir ολοκλήρωσε τα απομνημονεύματά του, έλαβε ένα τιμητικό Oscar για το σύνολο της καριέρας του, στέφθηκε Ιππότης στη Λεγεώνα της Τιμής από τη γαλλική κυβέρνηση και ξεψύχησε ήσυχα μια βραδιά τον Φλεβάρη του 1979. Λίγες ημέρες μετά τον θάνατό του, ένας τρυφερός επικήδειος έκανε την εμφάνιση του, στους Los Angeles Times της εποχής. Το υπέγραφε ο Orson Welles και έφερε τον τίτλο «Ο Σημαντικότερος Όλων Των Σκηνοθετών»…

20.12.09

The Postman Always Rings Twice

Τίτλος: The Postman Always Rings Twice
Έτος: 1981
Σκηνοθέτης: Bob Rafelson
Info: Imdb, WikiPedia

Αποφάσισα να βάλω tag στον Rafelson μιας και είναι η δεύτερη ταινία του που κάνουμε review εδώ. Το "The Postman Always Rings Twice" βασίζεται στην ομώνυμη νουβέλα του James M. Cain (η οποία είχε γυριστεί ξανά τη δεκαετία του '40). Το βιβλίο περιγράφει καταστάσεις που εκτυλίσσονται την περίοδο της ύφεσης του '30 στην Αμερική.



Η ταινία μας παρουσιάζει τον Jack Nicholson ως ένα μικρό απαταιώνα ο οποίος ερωτεύεται την πανέμορφη γκαρσόνα (Jessica Lange) ενός μαγειρείου (στη μέση του πουθενά). Το πρόβλημα είναι ότι η γκαρσόνα είναι παντρεμένη με τον ιδιοκτήτη του μαγειρείου, έναν Έλληνα που υποδύεται ο John Colicos. Το παράνομο ζευγάρι σύντομα αρχίζει να κάνει πλάνα ώστε να βγάλει από τη μέση το γερο-ρωμιό και να του πάρουν και την περιουσία! Καθώς το πλάνο τους μπαίνει σε ενεργεία, οι πρωταγωνιστές βρίσκουν όλο και πιο δύσκολη τη ζωή μέσα στη νέα πραγματικότητα που δημιούργησαν. Γνωρίζουν και οι δύο πολύ καλά ότι όσο εύκολα στάθηκαν τυχεροί, εξίσου εύκολα μπορούν και να τα χάσουν όλα (εξ ου και ο τίτλος της ταινίας).



Η ερμηνείες είναι πάρα πολύ καλές, με την εκρηκτική Jessica Lange να παίζει το ρόλο της "femme fatale" και τον Jack Nicholson να κρατά διαρκώς τα χαρτιά του κλειστά. Το δίδυμο αυτό καταφέρνει και δημιουργεί σασπένς ακόμη και σε σκηνές που θα μπορούσαν εύκολα να βουλιάξουν σεναριακά.



Το "The Postman Always Rings Twice" αποτελεί άλλη μια ταινία από το αμερικανικό cinema της αμφισβήτησης με small time crooks και cheap thrills. Η νουάρ αισθητική του βιβλίου δένει πολύ όμορφα με τη 70's ματιά στις ανθρώπινες σχέσεις και το τελικό αποτέλεσμα μεταμορφώνεται σε ένα σύγχρονο classic.

26.11.09

Five Easy Pieces

Τίτλος: Five Easy Pieces
Έτος: 1970
Σκηνοθέτης: Bob Rafelson
Info: Imdb, WikiPedia


Ό,τι και να πείτε δίκιο θα έχετε. Είμαστε αδικαιολόγητοι. Σχεδόν 6 μήνες χωρίς review..

Η αλήθεια είναι ότι παρόλο που είδα τα "Vicky, Cristina, Barcelona", τον "Κυνόδοντα", το "Men who stare at goats", το "Stalker", το "Κορίτσι με το Τατουάζ", τη "Δίκη" του Κάφκα, το "Fish Tank", το "Cashback", το "Τι απέγινε η Έλλι" (και κάποια άλλα που τώρα μου διαφεύγουν) θα πρέπει να ομολογήσω ότι αυτό που με τράβηξε περισσότερο στο να γράψω ένα review ήταν το Five Easy Pieces του Bob Rafelson. Το imdb με πληροφόρησε ότι ο σκηνοθέτης είχε γυρίσει και τα "Black Widow", "The Postman Always Rings Twice" και ήταν παραγωγός σε ταινίες όπως το "Easy Rider" και το εξαιρετικό "La maman et la poutain".



Η ταινία παρουσιάζει έναν νεαρό, γόνο καλής οικογενείας (με ιδιαίτερη μουσική παιδεία), ο οποίος ζει μακρυά από την οικογένειά του σε μια μικρή επαρχιωτική πόλη του αμερικανικού νότου. Εργάζεται για το μεροκάματο σε εκσκαφές και περνά τον ελεύθερό του χρόνο με cheap thrills και μια σχέση που δε φαίνεται να βγάζει πουθενά. Ο θεατής νιώθει από την αρχή της ταινίας ότι ο πρωταγωνιστής δεν είναι ευχαριστημένος από τη ζωή που κάνει, όμως οι επιλογές του δεν τον φέρνουν σε κάποια ισορροπία / ηρεμία. Με σκοπό να επισκεφθεί τον πατέρα του που βρίσκεται σε άσχημη κατάσταση, ξεκινά ένα road trip προς την πατρική του στέγη. Εκεί θα έρθει αντιμέτωπος με ένα περιβάλλον και έναν τρόπο ζωής που συνειδητά απέφευγε για πολλά χρόνια. Όμως, για καλή μας τύχη, το σενάριο γρήγορα ξεφεύγει από τον εύκολο φονταμενταλισμό. Θυμίζοντας ανάλογες ταινίες του ευρωπαϊκού κινηματογράφου εκείνης της εποχής, θα δοκιμάσει να δώσει μια γερή γροθιά στην αμερικανική αστική τάξη και στα "πιστέυω" της ως προς το πρότυπο του επιτυχημένου άνθρωπου.



Όλες οι ερμηνείες είναι πάρα πολύ καλές (τον πρωταγωνιστικό ρόλο έχει ο Τζακ Νίκολσον). Μάλιστα, από την ποιότητα των σκηνών που διαδραματίζονται γύρω από την πατρική εστία, φαίνεται ότι υπήρξε και καλή επικοινωνία μεταξύ των ηθοποιών. Εξαιρετικοί δε, είναι και οι μικρότεροι ρόλοι που περνούν σαν κομήτες και προσθέτουν κωμικοτραγικά στοιχεία στο ταξίδι του ήρωα.



Συνολικά, θα έλεγα ότι είναι μια πολύ προσεγμένη ταινία. Σας την συνιστώ ανεπιφύλακτα!

Kudos στο φίλο baphomet που μου την πρότεινε!

6.7.09

Midnight Cowboy

Τίτλος: Midnight Cowboy
Έτος: 1969
Σκηνοθέτης: John Schlesinger
Info: Imdb, WikiPedia




Το Midnight Cowboy είναι μια ταινία από το σινεμά της (αμερικανικής) αμφισβήτησης των '60s. Είχα την ευκαιρία να τη δω χθες βράδυ για πρώτη φορά στην έκδοση "25th anniversary" και παρόλο που έχει γίνει πολύ καλή δουλειά στην εικόνα του φίλμ, ξεχωρίζει ιδιαίτερα το soundtrack (που κατά τ´άλλα αποτελείται από 2 βασικά θέματα).



Ο Joe είναι ένα παιδί της επαρχίας που έχει ακούσει ότι στην πόλη πληρώνεται ακόμη και το sweetlovin'. Αφήνει λοιπόν τα μαγειρεία του Texas και κατευθύνεται στην Νέα Υόρκη όπου ελπίζει να πιάσει την "καλή". Εκεί έρχεται αντιμέτωπος με τη βαρβαρότητα, την εκμετάλλευση, την αποξένωση, με λίγα λόγια την σκληρή πραγματικότητα της αστικής ζωής. Μέσα από μια φιλική σχέση που τελικά θα γίνει σχέση επιβίωσης, θα αναγνωρίσει τις σημαντικές αξίες της ζωής (αχ το αμερικανικό σινεμά αξιών) και θα προσαρμόσει κατάλληλα το "θέλω" του με το "είναι".



Όλες οι ερμηνείες είναι πολύ καλές, αλλά την παράσταση κλέβει το american countryside, που μπροστά στις εικόνες της πόλης φαντάζει ως παράδεισος.



Τα flashbacks, οι σκηνές μέθης στα πάρτυ και το αλαλούμ της ζωής στη Νέα Υόρκη έχουν μεν το ψυχεδελικό edit που ήταν της μόδας εκείνη την περιόδο αλλά γίνεται με τόσο προσεγμένο τρόπο που προσθέτει στον καμβά της ταινίας και δεν τον γελιοποιεί.



Είναι ότι πρέπει για απόγευμα Κυριακής.

13.6.09

Lola Montes

Τίτλος: Lola Montes
Έτος: 1955
Σκηνοθέτης: Max Ophuls
Info: Imdb, WikiPedia

Η Lola Montes βρίσκεται κάθε βράδυ στη σκηνή ενός τεράστιου τσίρκου και είναι αναγκασμένη να ξαναζεί το δραματικό παρελθόν της, έχοντας ξεπέσει από τη δόξα και τα πλούτη σε κατάσταση πλήρους παρακμής.

Έτσι, κάπου στην Αμερική, ζωντανεύει η ιστορία μιας μοιραίας γυναίκας του 19ου αιώνα, μέσα από αναδρομές στα γεγονότα και τους άντρες που καθόρισαν την πορεία της. Η Lola Montes, είναι υποχρεωμένη να αναπαριστά την εικόνα της μέχρι το τραγικό τέλος, πλάθοντας μια αναπαράσταση της ζωής της με δραματική κορύφωση.


Πρόκειται, όχι απλά για μια ακόμα επανέκδοση, - δηλαδή η ίδια παλιά ταινία σε μια καινούργια κόπια – αλλά μια αποκατεστημένη εκδοχή της τελευταίας ταινίας του Max Ophuls στο όραμα που είχε ο ίδιος για την τελική μορφή της.

Η ταινία που αναμφισβήτητα δικαιούται την προσοχή μας, βασίζεται στη βιογραφία της Maria Dolores Elisa Regina Gilbert, μιας Ιρλανδής ηθοποιού, που έγινε γνωστή ως χορεύτρια του φλαμέγκο, εκτός από την ιδιότητα της ερωμένης που της χάρισε μια αθάνατη φήμη.

Ο Max Ophuls, γόνος γερμανοεβραίων αστών, έφυγε για το Παρίσι όταν ανέβηκε ο Χίτλερ στην εξουσία και πολιτογραφήθηκε Γάλλος. Όμως με την εισβολή των Γερμανών στη Γαλλία τρέπεται ξανά σε φυγή και μεταναστεύει στην Αμερική.


Η ταινία μας, γυρισμένη στα 1955, ήταν η πιο ακριβή γαλλική παραγωγή της εποχής της, γεγονός όμως που δεν πτόησε τους παραγωγούς της από το να την κατακρεουργήσουν δημιουργώντας μια παταγώδης αποτυχία και αφήνοντας μια σκοτεινή σκιά στην καριέρα του Ophuls, που πέθανε δύο χρόνια μετά την ολοκλήρωση της, όντας ακόμη μπλεγμένος σε δικαστική διαμάχη με τους παραγωγούς του.

Όμως παρ’ όλα αυτά, η παλλόμενη ενέργεια του φιλμ, η ανατρεπτική κινηματογραφική του γλώσσα και φυσικά η μπαρόκ ατμόσφαιρά του, δε θα αφήσουν ασυγκίνητους τους Αμερικάνους κριτικούς, φτάνοντας να την συγκρίνουν ακόμα και με το αριστούργημα που ακούει στο όνομα “Citizen Kane”.

Χαρακτηριστικά αναφέρω τον κριτικό Άντριου Σάρις της Village Voice που έφτασε στο σημείο να την κατονομάσει ως “την καλύτερη ταινία που γυρίστηκε ποτέ”. Εξάλλου, η αλήθεια είναι ότι χάρη στις δικές του προσπάθειες, το 1963 μια πιο ολοκληρωμένη βερσιόν του φιλμ θα έκανε την εμφάνισή της. Θα έπρεπε όμως να περιμένουμε μέχρι το 2008, όπου η Lola Montes θα έβρισκε επιτέλους και χάρη στη Γαλλική Ταινιοθήκη, την όψη που οραματίστηκε ο Ophuls.


Τι είναι λοιπόν η Lola Montes; Εκ πρώτης όψεως, θα λέγαμε ότι πρόκειται για μια βιογραφική ταινία για μια Femme Fatale. Μια χορεύτρια του 19ου αιώνα κι ερωμένη διάσημων ανδρών από τον Franz Liszt μέχρι τον Λούντβιχ τον πρώτο της Βαυαρίας, στην ουσία όμως εδώ έχουμε μια καταγραφή της ίδιας της μαγείας του σινεμά.

Του σινεμά και του τρόπου που ακόμη και μια μέτρια ιστορία – διότι κακά τα ψέματα, πέρα από τον πικάντικο χαρακτήρα των περιπετειών της στα κρεβάτια των πλουσίων και δυνατών, η ζωή της Lola Montes, δεν είναι δα και το καλύτερο σενάριο – μπορεί να τη μεταμορφώσει σε ένα αληθινά συναισθηματικό έπος.


Εν κατακλείδι λοιπόν, μέσα από μια μη γραμμική αφήγηση που αρνείται τις συμβάσεις του κινηματογραφικού χρόνου και χώρου, η ζωή της Lola Montes γίνεται ένα εκτυφλωτικό μελόδραμα κάνοντας ένα σαφές κι απόλυτα πετυχημένο σχόλιο για την ίδια τη φύση του σινεμά.

24.5.09

Nara Livet

Τίτλος: Nara Livet (Στο Κατώφλι Της Ζωής)
Έτος: 1958
Σκηνοθέτης: Ingmar Bergman
Info: Imdb

Η ταινία ξεκινάει με τις πόρτες μιας μαιευτικής κλινικής ν’ ανοίγουν, επιτρέποντας στην κάμερα να διεισδύσει στην αίθουσα αναμονής. Η Cecilia Ellius (Ingrid Thulin), δημόσιος υπάλληλος στο επάγγελμα, που πριν από λίγο εισήχθη στο νοσοκομείο, μόλις έχει αποβάλει.

Την παρακολουθούμε λοιπόν να ξυπνάει σ’ ένα δωμάτιο, όπου μαζί της περιμένουν η Stina Andersson (Eva Dahlbeck), ως ετοιμόγεννη αλλά και η Hjördis Petterson (Bibi Andersson) που νοσηλεύεται εξαιτίας μιας αποτυχημένης έκτρωσης.


Επηρεασμένη από την αδερφή Brita, η Cecilia συνδέει το γεγονός της αποβολής με την αποτυχία της συζυγικής της ζωής. Με αποτέλεσμα όταν δέχεται την επίσκεψη του συζύγου της Anders, να έχει ήδη αποφασίσει ότι θέλει να χωρίσει.

Παράλληλα η Hjördis πηγαίνει να τηλεφωνήσει στον φίλο της και επιστρέφοντας καταρρακωμένη και σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, έχει να αντιμετωπίσει και τα ορμητικά επιχειρήματα μιας κοινωνικού λειτουργού που την συμβουλεύει να κρατήσει το παιδί της.


Η τρίτη νοσηλευόμενη, η Stina κατευθύνεται γεμάτη αυτοπεποίθηση και εμπιστοσύνη για το αποτέλεσμα, προς την αίθουσα τοκετών. Όμως, καθώς προχωρά η διαδικασία, η γέννα παρουσιάζει επιπλοκές και εξελίσσεται άσχημα με αποτέλεσμα το μωρό να πεθάνει.

Μπροστά στις τρομερές αυτές εμπειρίες των δύο γυναικών, η Hjördis επηρεάζεται και αποφασίζει να γυρίσει στο σπίτι της μητέρας της, ώστε ν’ αναλάβει μόνη την ευθύνη πια της εγκυμοσύνης της. Η κάμερα την ακολουθεί να βγαίνει από την κλινική με τις πόρτες να κλείνουν πίσω της…

Η ταινία είναι βασισμένη σε μια νουβέλα της Ulla Isaksson από τη συλλογή “Οι μεγαλοπρεπείς θανατικές πομπές” και διακρίνεται κυρίως για το εκπληκτικό τεχνικό αποτέλεσμα.


Ο περιορισμένος χώρος της κλινικής σε συνδυασμό με την εξαιρετική κίνηση της κάμερας, χαρίζουν στο σύνολο τους μια μοναδική ενότητα, αποφεύγοντας τις παγίδες μιας τυχόν σπονδυλωτής ταινίας.

Ο οπερατέρ ακολουθεί την κατεύθυνση των βλεμμάτων, συλλαμβάνοντας αόρατες λεπτομέρειες ή δίνοντας μια συγκινητική απόχρωση στην κοινοτοπία ορισμένων χειρονομιών.

Καμιά μουσική υπόκρουση δεν υπερκαλύπτει την ηχητική μπάντα που ακούγεται διακριτικά στο βάθος και δεν είναι παρά το απαραίτητο συμπλήρωμα στα αγωνιώδη βλέμματα των ηθοποιών.

Ο Ingmar Bergman είναι προσωπικά μια εντελώς ιδιάζουσα ιστορία. Η ταινία του εδώ είναι ποτισμένη από έντονη θεατρικότητα και γυρισμένη ως είθισται σε ασπρόμαυρο, εξακολουθεί να αιχμαλωτίζει τον θεατή της σαν να μη γυρίστηκε το 1958 αλλά σήμερα.


Ένα δύσκολο θέμα και μια βουτιά στη γυναικεία ψυχοσύνθεση με αποτέλεσμα ένα κινηματογραφικό διαμαντάκι ως κατάθεση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη είναι εν κατακλείδι η ταινία αυτή.

Κλείνοντας να πούμε ότι η ταινία ξεχώρισε όπως ήταν φυσικό και στο κινηματογραφικό Φεστιβάλ των Καννών του 1958 όπου απέσπασε δύο έπαθλα. Συγκεκριμένα, το βραβείο σκηνοθεσίας για το μεγάλο Σουηδό δημιουργό και το βραβείο γυναικείας ερμηνείας, που μοιράστηκαν οι πρωταγωνίστριες του φιλμ.

15.4.09

Låt den rätte komma in (Let the right one in)

Τίτλος: Låt den rätte komma in (Let the right one in) (Άσε το κακό να μπει)
Έτος: 2008
Σκηνοθέτης: Τomas Alfredson
Info: Imdb, WikiPedia, Trailer (w/en subs)

Λοιπόν έχω δει τα τελευταία ένα δύο χρόνια κάμποσα (αναλογικά) σκανδιναβικά film (Δημήτρη το κάναμε review το Reprise τελικά ή όχι;), και πάντα φεύγω ικανοποιημένη. Σήμερα είδα ένα φιλμ που στο imdb με έναν αστείο τρόπο έχει τα ίδια keywords με το Twilight :D


Αυτή η παγωμένη ιστορία καταφέρνει και είναι τρυφερή· περιγράφει σενάρια του φανταστικού μέσα σε μία αφοπλιστική καθημερινότητα της δεκαετίας του 80 και καταφέρνει να ζεστάνει με έναν πολύ δικό της τρόπο την καρδιά του θεατή ακόμα και μέσα σε μία χιονισμένη, αδιάφορη, ανέκφραστη Στοκχόλμη με μία ιστορία αγνή, ... όσο και "κακή".


Ο μικρούλης Οσκάρ βρίσκεται αντιμέτωπος με κάποια βίαια παιδιά που τον εξευτελίζουν στο σχολείο και με μία μάλλον διαλυμένη οικογένεια στο σπίτι. Η Έλι πάλι -το μικρό όχι και τόσο ιδανικοποιημένο βαμπίρ, μετακομίζει δίπλα στον Οσκάρ και μία ιδιόμορφη φιλία γεννιέται...

Ειλικρινά δεν ξέρω πώς ακριβώς να περιγράψω τον πολύ ιδιαίτερο, λιτό ήχο του film, καθώς και τα ωραία πλάνα με τα οποία δεν φοβάται να 'παίξει' ο σκηνοθέτης, κάνοντάς τα να σε βάζουν στην ιστορία, και να μην περιγράφουν απλά 'απ'έξω'. Η εικόνα επίσης, ακολουθώντας την γενική ευρωπαϊκή νόρμα, δεν κουράζεται με το να είναι πολιτικώς ορθή ή nanny friendly.


Βρήκα την ταινία να την επευφημούν σε διάφορα ελληνικά έντυπα, και στο ίντερνες, και χαίρομαι που αυτό με έκανε να την δω. Δεν ξέρω, βέβαια, εάν δεν βιάζονται κάποιοι να πηδήξουν στο βαγόνι του 'είδαμε και κάτι διαφορετικό', αλλά σίγουρα αξίζει μία θέαση! Μην περιμένετε true horror, φυσικά. Αλλά και μην την δείτε με λιγόψυχους..



Είναι κάτι με την παιδική (;) αγάπη χωρίς κανόνες που πολύ αβίαστα εκκρίνει lovey dovey ορμόνες στα κεφάλια όλων μας· όπως είναι και η γλυκιά μοναξιά των χαρακτήρων άλλο ένα από αυτά τα χαρακτηριστικά που αγγίζει την δική μου βλαμμένη ψυχή. Βέβαια, δεν θα σας κρύψω πως με ανατρίχιασε λίγο η ταινία. Όχι λόγω του θέματος, αλλά λόγω της υπόνοιας που αφήνει.. και η οποία μου θύμισε το (tv feature) Jenifer του Argento που ομολογώ έφαγε λίγα bytes της ψυχής μου ένα βράδυ.

Για περισσότερα, περισσότερο ή λιγότερο κατατοπιστικά -περισσότερο ή λιγότερο κλισέ, επισκευθείτε τις κλασσικές στήλες ή καλύτερα τις αίθουσες όσο παίζεται!

20.2.09

Othello

Τίτλος: Othello
Έτος: 1952
Σκηνοθέτης: Orson Welles
Info: Imdb, WikiPedia

Με χαρά και περίσσια, είναι η αλήθεια, τιμή εισέρχομαι σε αυτήν την τόσο όμορφη και ενημερωμένη, κινηματογραφική παρέα. Όσο για το πρώτο post, μου “ζητήθηκε” κάτι κλασσικό και... ιδού λοιπόν:



Μια νεκρική πομπή μεταφέρει τον Οθέλο (Orson Welles) και τη Δεισδαιμόνα (Suzanne Cloutier) στην τελευταία τους κατοικία. Η λήψη μας επιτρέπει να δούμε ολόκληρη την τελετή καθώς η κάμερα που είναι κρεμασμένη από ψηλά, αποδεικνύεται τελικά, ότι δεν είναι παρά η υποκειμενική οπτική του Ιαγού. Του ανθρώπου δηλαδή που αποτελεί την αιτία της όλης δυστυχίας και που τώρα πια παρακολουθεί αμέτοχος τα τεκταινόμενα, καθώς βρίσκεται φυλακισμένος στην κορυφή του πύργου.



Όπως και στον “Makbeth” έτσι κι εδώ, ο σκηνοθέτης επιλέγει την εισαγωγική αφήγηση για να μας συστήσει άλλο ένα υπέροχο έργο του William Shakespeare. Έχοντας πια αποδεσμευτεί από την πίεση του Hollywood, ο Welles ξεκινάει με πάθος ένα ταξίδι για να ολοκληρώσει το όραμά του.

Δυστυχώς όμως παρά τις αγνές προθέσεις του καλλιτέχνη, η σκληρή πραγματικότητα του χαλάει για ακόμα μια φορά τα σχέδια του. Η αποχώρηση κάποιων παραγωγών του δημιουργεί αφάνταστες οικονομικές δυσκολίες. Σε καμιά ταινία του οι ηθοποιοί δεν άλλαξαν τόσες πολλές φορές. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι τέσσερις Ιάγοι προσλήφθηκαν και απολύθηκαν μέχρι να καταλήξουν στον Michael MacLiammoir (παλιός φίλος και θεατρικός δάσκαλος του Welles) από το Gate Theatre του Δουβλίνου). Ενώ παράλληλα γνωρίζουμε ότι δεν κατάφερε να ενώσει στο ίδιο πλάνο τα τρία βασικά πρόσωπα του έργου, λόγω των άλλων επαγγελματικών υποχρεώσεων των ηθοποιών.



Τέσσερα χρόνια θα διαρκέσει αυτός ο Γολγοθάς καθώς το φιλμ γυρίζεται με πολλές ταλαιπωρίες στην Ευρώπη, όπου ο σκηνοθέτης αναγκάζεται να αυτοσχεδιάσει για να καλύψει τις διάφορες ελλείψεις στο καστ, στα ντεκόρ, αλλά ακόμα και στα κοστούμια. Είναι κοινό μυστικό άλλωστε ότι ο ίδιος ο Orson Welles θα αναγκαστεί να εμφανιστεί ως ηθοποιός σε διάφορες αμφιβόλου ποιότητας ταινίες με σκοπό να χρηματοδοτήσει το δικό του όραμα.

Το όλο εγχείρημα λοιπόν βάδιζε πάνω σε τεντωμένο σχοινί και ίσως η κατάληξη του να ήταν αποτυχημένη, αν δεν είχαμε την επιστροφή του Orson Welles στην καρέκλα του μοντάζ. Κάτι που είχε να συμβεί δυστυχώς πολλά χρόνια και συγκεκριμένα, από την εποχή του Πολίτη Κέιν.

Ο κόσμος του Οθέλο κυριαρχείται από ένταση, ρυθμό και διαρκής αντίθεση μεταξύ μαύρου και άσπρου μέσα από την οποία ο δημιουργός, προσπαθεί να μας εξηγήσει τη μοιραία έκβαση των γεγονότων του παρόντος με τη βοήθεια της αναδρομής στο παρελθόν.

Η διαρκής πάλη ανάμεσα στην οκνηρή παθητικότητα και τη δράση, σε συνδυασμό με τη διαστροφή της εξουσίας είναι τα κύρια ελατήρια που ταλαντεύουν τους ήρωες μας, σ’ ένα έργο είναι η αλήθεια που δέχτηκε πολλές και αντιφατικές κριτικές.



Για την ιστορία τέλος, να σημειώσω ότι ο Οθέλος που ουσιαστικά αποτελεί ένα προσωπικό στοίχημα του Welles με τις οικονομικές δυσκολίες αλλά και το μέτρο της αυτοσχεδιαστικής του ικανότητας να αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, κέρδισε το 1952 το Μεγάλο Βραβείο στο φεστιβάλ των Κανών.

12.2.09

The Wrestler (guest review by kioy)


Και να λοιπόν που έφτασε η ώρα για το πρώτο μας guest review! Ο kioy δηλώνει φανατικός θεατής του κινηματογράφου. Αρθογραφεί συστηματικά για το cine.gr ενώ διακρατεί προσωπικό ιστολόγιο, με ιδιαίτερες σινεφίλ ευαισθησίες. Παράλληλα αποτελεί μέρος της Κινηματογραφικής Ομάδας της σχολής του και συνηθίζει, κατά το δυνατόν, να παρακολουθεί κινηματογραφικά σεμινάρια και λοιπά, παρόμοιου ύφους, δρώμενα. Στα μη κινηματογραφικά του χόμπυ δηλώνει φιλότεχνος, με ιδιαίτερη ευαισθησία στο ελληνικό "έντεχνο" τραγούδι. Όπως μας λέει και ο ίδιος, αν θέλετε να τον γνωρίσετε καλύτερα, αρκεί να προσπαθήσετε...

Δίχως άλλη καθυστέρηση δίνω το λόγο στον Kioy για να μας μιλήσει για τη νέα ταινία του Aronofsky.

Τίτλος: The Wrestler
Έτος: 2008
Σκηνοθέτης: Darren Aronofsky
Info: Imdb, WikiPedia

Έλυσε μαθηματικές εξισώσεις. Σόκαρε το κοινό με ένα requiem για την χάξη του ονείρου. Εποίησε τα μονοπάτια της Αθανασίας, φωτίζοντας το θαύμα της ζωής! Και τώρα είναι εδώ για να παλέψει. Ή μάλλον για να μεταφέρει το σφυγμό μιας ανούσιας πάλης στον ξεπεσμένο τρόπο ζωής μας, στον ευρύτερο παρηκαμσμό. Το όνομα αυτού; Darren Aronofsky.



Ένας κορυφαίος Παλαιστής των 80s (Mickey Rourke), εν έτη 2009, συνεχίζει το μόνο πράγμα που ξέρει. Να παλεύει. Παρέα με την εξόφθαλμη σωματική φθορά και την πεισματική εμμονή του. Η προσωπική ζωή κατακρεουργημένη. Το βάρος της μοναξιάς αβάσταχτο. Εκεί, η αποτυχημένη σχέση με την κόρη του και η ιδιόρρυθμη έλξη με μια ξεπερασμένη stripper (Marisa Tomei) τον ωθούν στον παρωχημένο κόσμο της επιφανειακής δόξας. Στο ρινγκ, σε στημένα παιχνίδια, ανασαίνει ελεύθερα όντας ένας ψυχαγωγός του wrestling για την ακόρεστη καταναλωτική μανία των fans. Μόνο που ο συνολικός κόσμος δε διαφέρει πολύ από αυτή την παρωδία. Ο κόσμος που στραγγαλίζει τον άνθρωπο χρησιμοποιώντας αρτίως την ατομική ψευδαίσθηση. Και εσύ πως να επιβιώσεις μόνος, όταν κανείς δε σε νοιάζεται;



Άραγε αγαπητέ θεατή, εσύ πόσο απέχεις από τον Παλαιστή του τίτλου; Η απ' το alter ego της ιερόδουλης συμπρωταγωνίστριας; Μια παλαίστρα, τέχνασμα αριστουργηματικό, για την καθημερινή βιοπάλη στο στίβο της ζωής. Και την άλλη, την οδυνηρή πάλη που διαπράττεται εντός της εσωτερικής αβύσσου.

Ο Darren Aronofsky, μέσα από την φθορά ενός σώματος παρακολουθεί τη γενικότερη παρακμή. Την παρακμή του πνεύματος -όχι ενός ανθρώπου- αλλά της ανθρωπότητας. Η παλαίστρα της ακόρεστης αιματοχυσίας και της ανελέητης πάλης, ως παραγόμενο των στρεβλωμένων καταναλωτικών επιθυμιών και των business ορισμένων επιτήδειων κερδολάγνων. Το ξεπούλημα της ψυχής και της αξιοπρέπειας για λίγα ψίχουλα αναπνοής. Για την ικανοποίηση μιας μαζικώς αυνανιζόμενης κοινωνίας. Σε κάθε χώρο. Πόσο απέχουν μεταξύ τους οι "οπαδοί" του ρινγκ, οι ηδονοβλέπτες του στριπτιτζάδικου και η φιλήσυχη πελατεία ενός supermarket; Ο σκηνοθέτης φροντίζει, με πονηριά, να τους αναμείξει μεταξύ τους. Πόσο διαφέρει ένας ιδιωτικός μικρουπάλληλος με έναν wrestling star; Και οι δύο, ξεπουλώντας ότι εσωτερικό έχει μείνει, αναπνέουν λαθραίως στην καρδιά του ΕΝΟΣ και στημένου κόσμου.



Στην αντίπερα όχθη, ο σημαντικός auteur των καιρών μας θα υποδείξει για άλλη μια φορά, έναν διαφορετικό δρόμο σωτηρίας. Κονταροχτυπώντας την κενότητα της εικόνας με την "ουσία" του είναι. "Με βλέπεις σαν στριπτιτζού, αλλά εγώ είμαι μητέρα" λέει η Marisa Tomei στον Mickey Rourke, πετώντας ευθέως το λόγο στον θεατή. Στο μέσο άνθρωπο που έχει γαλουχηθεί να βιώνει τον κόσμο μέσα από φαντασιώσεις και κατασκευασμένες εικόνες. Το «αγαπάτε αλλήλους ως εαυτόν» έχει αθετηθεί προ πολλού. Πως μπορείς να αγαπάς μια εικόνα, όταν καν δε διακρίνεις τον άνθρωπο πίσω από αυτή; Όμως σε αυτή την αγάπη, στα τραχιά μονοπάτια των λίγων και σημαντικών σταθμών της ζωής σου, ίσως να ρέει το καθαρτήριο νερό...

Η φθορά του χρόνου είναι διάχυτη στο σύμπαν του "Wrestler". Ο χρόνος που μας ξερνάει επαναλαμβανομένως και καθημερινά. Οι μώλωπες στο κατασχισμένο σώμα του Rourke δεν είναι παρά τα ίχνη από τα αθεράπευτα τραύματα της ψυχής. Και η εμμονή στο Wrestling πεισματική και αδιάκοπη. Η αυταπάτη της επιδιόρθωσης διαρκής. Με μια εγχείρηση, με "μαγικά" σκευάσματα, με συρραφές στον παρθενικό υμένα, που σπάζεται επανειλημμένως από τα βίαια χτυπήματα στο φτιαχτό τσίρκο της καθημερινότητας. Μέχρι τον οριστικό αφανισμό. Μέχρι η ζωή να αποβάλλει τελεσίδικα το έμβρυο στην κοιλάδα του θανάτου. Πρωτίστως ψυχικά και έπειτα σωματικά.



Ο Mickey Rourke παραδίδει μια ερμηνεία ζωής. Μια ερμηνεία για την οποία κάποιος θα μπορούσε να εμπνευστεί ολόκληρο κείμενο. Όμως αγαπητέ αναγνώστη, θα βρεις ευστοχότατες διθυραμβολογίες σε οποιαδήποτε κριτική, για αυτό δε νομίζω πως υπάρχει λόγος να αναφέρω κάτι προσθετικά. Θα ήθελα να σταθώ στη σκηνοθεσία του Darren Aronofsky. Πιο συγκροτημένη από ποτέ. Ίσως όμως και πιο διεκπεραιωτική από ποτέ. Με την έννοια πως ότι βλέπουμε στον Παλαιστή, είναι παιγμένο σε μεγάλο βαθμό στην Αμερικάνικη (και όχι μόνο) φιλμογραφία. Ένα ωραίο σκηνοθετικό τέχνασμα, είναι η θέση της κάμερας που ακολουθεί από πίσω των ήρωα. Καδράροντας ουσιαστικά την πλάτη του και τονίζοντας την αδυναμία του σύγχρονού ανθρώπου να σταθεί αυτοπροσώπως απέναντι στις μέρες του καιρού μας. Τέλος, είναι εμφανής τα δάνεια από b-movies στο σύμπαν της ταινίας.

Έχω διαβάσει διάφορες οπτικές στις κριτικές στον κυβερνοχώρο. Με αφορμή τη συγκεκριμένη ταινία, θα ήθελα να σταθώ σε μια κατά τη γνώμη μου σύνηθες και λάθος τακτική στην ανάγνωση μιας ταινίας. Διάβασα αρκετές φορές πως το "The Wrestler" είναι μια ανούσια ταινία επειδή χρησιμοποιεί πιασάρικα θέματα στη φόρμα της, όπως στριπτήζ, ξύλο κλπ που δεν αρμόζουν σε μια σοβαρή ταινία, ή που μειώνουν το περιεχόμενο της. Εγώ θεωρώ ότι η φόρμα μιας ταινίας συνήθως δεν είναι παρά η δραματουργική οδός της αφήγησης. Οπότε νομίζω πως είναι εσφαλμένο να κρίνουμε το περιεχόμενο μιας ταινίας από τη φόρμα της. Κάτι τέτοιο άλλωστε, ως ένα βαθμό καταδεικνύει τον φορμαλισμό του εκάστοτε γραφιά. Καθώς υποδηλώνει πως αυτός δέχεται μόνο έναν (ή ορισμένους) συγκεκριμένο τρόπο στη διάπλαση ενός film. Εννοείται πως κατανοώ κάποιος να έχει αισθητικές αντιρρήσεις στο χτίσιμο του "The Wrestler", τις οποίες ως ένα βαθμό μπορεί να συμμερίζομαι, αλλά δε νομίζω πως η φόρμα καταδικάζει τον "ρεαλισμό". Θα δώσω άλλο ένα παράδειγμα στην προσπάθεια μου να γίνω πιο σαφής. Κάτι ανάλογο έχω ακούσει και για το "Η Ψυχή στο Στόμα". Θεωρώ σεβαστό κάποιος να έχει αισθητικές αντιρρήσεις ως προς την ανάπτυξη μιας ταινίας. Και από μόνες τους μπορούν να αποτελούν σοβαρό πρόβλημα. Όμως δεν πρέπει να συγχέονται με το περιεχόμενο μιας ταινίας.

6.1.09

Revolutionary Road

Τίτλος: Revolutionary Road
Έτος: 2008
Σκηνοθέτης: Sam Mendes
Info: Imdb, WikiPedia, Trailer

Μετά από υπερατλαντικά ταξίδια, εκδρομές, εξεγέρσεις, μελαγχολίες, σειρο-μανία και απλή αδιαφορία να'μαστε πάλι στην σινεβλογόσφαιρα!

Έχω προσωπικά περάσει τους τελευταίους 1-2 μήνες με μία αδηφάγο εμμονή στις σειρές. Δυστυχώς προχθές κατά λάθος έκανα move αντί για copy από το Desktop στο Laptop κάτι επεισόδια, και εχθές βρέθηκα με έτοιμο μαγειρεμένο το φαγάκι και κανένα διαθέσιμο επεισοδιάκι! Τι κακό! Θα έπρεπε να καταφύγω σε... (τρόμος).. ταινίες! Πείναγα και σαν λύκος, άνοιξα το πρώτο gr subbed που βρήκα στον σκληρό και το έγκλημα έγινε..

Στην Revolutionary Road μπορεί να συναντήσει κανείς πολλά γερά χαρτιά: Di Caprio, Winslet, Mendes και όλα αυτά τυλιγμένα σε μία επιτυχημένη νουβέλα του Yates. O Mendes για αυτούς με μνήμη αμοιβάδας είναι ο μεσιές που ευθύνεται μεταξύ άλλων για το American Beauty και το Road to Perdition. Το βλιβλίο του Yates είναι λέει φημισμένο, και τους άλλους δύο είμαι σίγουρη πως τους ξέρετε :>


Είμαι εντελώς εκτός φόρμας στην κριτική, αλλά θα σας πω τα εξής που μου έκαναν εντύπωση:

1. Ο Leonardo Di Caprio όσο και να μην θέλω να το δεχτώ είναι σταθερά πολύ καλός ηθοποιός. Μπορεί να μοιάζει με 15χρονο (με πόδι της χήνας πλέον), αλλά κάθε ερμηνεία του μου κάνει όλο και πιο δύσκολο το να μην τον συμπαθώ. Από την αρχή μέχρι το τέλος ήταν και αυτός και εγώ μες στον χαρακτήρα του, τον συμπάθησα, τον αντιπάθησα, ένοιωσα βρε αδερφέ με μια λέξη.


2. Η Winslet για άλλη μία φορά μου απέδειξε πως είναι κι αυτή μεγάλη ηθοποιός και πως ειδικά σε συνδυασμό τους αδικεί το ότι τους θυμόμαστε στον Τιτανικό (αλλά τα λεφτάκια δεν τους χάλασαν, οπότε νομίζω θα επιζήσουν). Αλλά πλέον, και μετά τις τελευταίες φορές που την έχω παρακολουθήσει σε ταινία πιστεύω ότι είναι και φοβερή γυναίκα. Ειδικά εδώ, κάτι που δεν της δώσανε τον ρόλο της καλής και γλυκιάς κάτι που παίζει μία γυναικάρα.. εντυπωσιάστηκα! Παραμπήκα και στο πετσί του ρόλου της εδώ και παρ'ότι μ ε εμένα αυτό δεν είναι τόσο δύσκολο, πρέπει να της τον δώσουμε τον βαθμό.


3. Βρήκα την αίσθηση της εποχής πάρα πολύ προσεγμένη, άρτια. Μου άρεσε το χρώμα, μου άρεσε η θερμοκρασία, κάθε λεπτομέρεια. Και οι δύο πρωταγωνιστές αλλά και οι υπόλοιποι χαρακτήρες την ενσάρκωσαν πολύ καλά, όπως ανέφερα και παραπάνω.

4. Από μικρό και από τρελλό μαθαίνεις την αλήθεια. Γνωστό το παροιμιακό ρητό του σοφού λαού, sad but true που λένε και οι φίλοι μας οι αμερικάνοι.

Οι κριτικές γενικά αλλά και η δική μου λένε πως ήταν μία πολύ καλή ταινία από πάρα πολλές πλευρές, μία σίγουρα δυνατή εμπειρία ακόμα και εάν μπορεί να άφησε σε μερικούς την αίσθηση του ότι κάτι ακόμα χρειαζόταν, κάτι έλειπε. Πάντως, στο τέλος της μέρας πιστεύω πως θα είστε ικανοποιημένοι που αφιερώσατε τον χρόνο σας στo Revolutionary Road, ακόμα και εάν το στομάχι είναι λίγο πιο βαρύ.

28.10.08

L' Âge des ténèbres

Τίτλος: L' Âge des ténèbres
Έτος: 2007
Σκηνοθέτης: Denys Arcand
Info: Imdb, WikiPedia, Trailer (in french)

Η άτυπη τριλογία του Denys Arcand κλείνει με την ταινία "Τα χρόνια της μαυρίλας". Ο ελληνικός τίτλος ίσως είναι λίγο παρατραβηγμένος, πάντως ο σκηνοθέτης θέλει να μας μεταφέρει στο μεσαίωνα της αστικής ζωής, δηλαδή στο ΣΗΜΕΡΑ. Εκεί θα περάσει από crash test όλες τις αξίες που ανέδειξε στις προηγούμενες δύο ταινίες και θα διαπιστώσει ότι η πραγματικότητα δεν αφήνει τίποτα ακέραιο. Διαβρώνει τα πάντα.



Η ταινία μας παρουσιάζει έναν οικογενειάρχη κοινωνικό λειτουργό ο οποίος συχνά χάνεται σε έναν κόσμο ψευδαισθήσεων προκειμένου να πάρει μια ανάσα από τη δύσκολη και πολλές φορές ανιαρή ζωή. Μια σειρά από γεγονότα, θα τον αναγκάσουν να κάνει ανώμαλη προσγείωση προκειμένου να αντιμετωπίσει άμεσα την κρίση που περνά σε προσωπικό επίπεδο. Πώς χαράζεις όμως πορεία όταν όλα στη ζωή φαίνονται ψεύτικα και επιφανειακά;



Επίτηδες δε γράφω λεπτομέρειες για την ταινία. Πρόκειται για την πιο φαντασμαγορική της τριλογίας και την πιο πεζιμιστική ταυτόχρονα. O σκηνοθέτης παίζει με το δράμα, τη μαύρη κωμωδία και τη μυθοπλασία. Καμμιά φορά μάλιστα, ξεχνιέσαι ότι περιγράφει ένα κατά τ'άλλα σοβαρότατο θέμα.



Η ταινία είναι λίγο άνιση σε σύγκριση με τις 2 προηγούμενες, αλλά διατηρεί έναν εξίσου εφηβικό χαρακτήρα. Μου άρεσε πολύ το τέλος, το οποίο βρήκα ιδιαίτερα φιλοσοφημένο. Η λυτρωτική επιλογή του ήρωα γίνεται με ιδιωτικά κριτήρια, στα οποία δε μετέχει ο θεατής. Πολύ ωραίο τρικ, δίνει μια φοβερή αίσθηση ρεαλισμού στην ταινία και σπάει τη μονότονη μάχη μεταξύ αιτίου και αιτιατού που συνηθίζουμε να βλέπουμε στο (καθ'όλα εκλογικευμένο) σύγχρονο σινεμά.

10.10.08

Nights and Weekends


Τίτλος: Nights and Weekends
Έτος: 2008
Σκηνοθέτης: Joe Swanberg, Greta Gerwig
Info: Imdb, Official site, Trailer

Mumblecore: ένα κίνημα του αμερικάνικου ανεξάρτητου κινηματογράφου που ξεκίνησε στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας. Το κύριο χαρακτηριστικό του είναι το πολύ χαμηλό budget, η χρήση ψηφιακής κάμερας και η θεματολογία του είναι κυρίως οι ανθρώπινες σχέσεις της γενιάς των 25-35.

ο Joe Swanberg είναι ένα μέλος αυτού του κινήματος. Αν μπορούμε βέβαια να το χαρακτηρίσουμε κίνημα γιατί δεν διέπεται από κάποιους αυστηρούς κανόνες (όπως το σχεδόν αποτυχημένο δόγμα'95). Περισσότερο πλησιάζει τη nouvelle vague (γαλλία) και το new wave (βρετανία) με την έννοια πως έρχεται σαν αντανακλαστική αντίδραση στις στάνταρτ φόρμες παραγωγής ταινιών απ' τη βιομηχανία κινηματογράφου.


 Παρακολουθούμε ένα νέο ζευγάρι (ουσιαστικά οι μοναδικοί δύο χαρακτήρες που υπάρχουν στο φιλμ), να έρχεται αντιμέτωπο με το θέμα της απόστασης (Νέα Υόρκη - Σικάγο). Τα συναισθήματα ξεχειλίζουν αλλά δεν μπορούν να υπερκεράσουν τα αντικειμενικά προβλήματα που δημιουργεί η απόσταση. Προσπαθούν να πάρουν ο ένας απ' τον άλλο ό,τι περισσότερο μπορούν μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο. Όταν τα πράγματα δεν είναι τέλεια© οι εντάσεις ακόμα και για τα πιο ασήμαντα θέματα είναι αναπόφευκτες.

Η ταινία σκιαγραφεί με τον πιο ρεαλιστικό τρόπο τις δόσεις παράνοιας που εισβάλουν στην καθημερινότητα ενός ζευγαριού όταν αυτή διακόπτεται και ξαναρχίζει από εξωγενείς παράγοντες όπως η απόσταση.


 

Το δεύτερο κομμάτι έχει αρκετό διαφορετικό ύφος (γυρίστηκε ενάμιση χρόνο μετά). Πλέον ο James είναι πετυχημένος (επαγγελματικά) και η Mattie προσπαθεί να ανέβει στα μάτια του για να τον κερδίσει καταφεύγοντας σε συμπεριφορές που έξω απ' τα πλαίσια του έρωτα θα φάνταζαν γελοίες.

Δεν σας αποκαλύπτω αν τελικά τα καταφέρνει, άλλωστε η τελευταία σκηνή θα μπορούσε να τοποθετηθεί οπουδήποτε μέσα στη ταινία, αλλά τελικά αυτό που είναι σαφές είναι πως όλα όσα πέρασαν, είτε στην ίδια πόλη είτε όχι, έχουν αφήσει το σημάδι τους και στους δύο.


ΥΓ1. η ταινία είναι αρκετά αυτοβιογραφική, καθώς το ζευγάρι των πρωταγωνιστών (και ταυτόχρονα σκηνοθετών, σεναριογράφων) ήταν και στην πραγματικότητα ζευγάρι. μάλιστα το 2ο μισό το γύρισαν αφού χώρισαν.

ΥΓ2. για τα τεχνικά κάνω πάσα στον modal_echoes, ο οποίος πολύ σωστά παρατήρησε πως αν η ταινία ήταν ευρωπαϊκή θα είχε πολύ περισσότερο βάθος ;)

30.9.08

I'm a Cyborg, but that's OK

Τίτλος: I'm a Cyborg, but that's OK / Saibogujiman kwenchana
Έτος: 2006
Σκηνοθέτης: Chan-wook Park
Info: Imdb, WikiPedia, Trailer


Ψάχνοντας να θυμηθώ τι ήταν σε αυτήν την ταινία που μου κίνησε το ενδιαφέρον και την έβαλε στη λίστα προς θέαση, σκόνταψα σε κανένα δύο reviews που ξεκινούσαν με τον εντελώς λάθος τρόπο για εμένα. Βλέπετε, έχω αυτό το πρόβλημα που δεν θέλω να ξέρω ΤΙΠΟΤΑ για μία ταινία, εννοώ την υπόθεση ή οτιδήποτε θα μπορούσε να με προϊδεάσει και να μου "κλέψει" από την αίσθηση, την απόλυτα δική μου. Θέλω να έρθει να μου πει πχ ο comzeradd που έχουμε παρόμοια γούστα "δες το τάδε", και μόνο αυτό. Έλα όμως που παρότι πάντα διαβάζω κριτικές και περιλήψεις με το μισό μάτι ανοιγμένο και έτοιμη να πατήσω alt-f4/ctrl-w/να πετάξω το περιοδικό μέσα στην μπανιέρα και να στρέψω το βλέμμα στα συστατικά της χλωρίνης.. αυτή τη φορά οι 5 πρώτες λέξεις μου είπαν ήδη ότι αυτό δεν είναι ακριβώς ένα cyborg movie.



Συγχύστηκα, έγραψα 15-20 γραμμές με CAPS LOCK και ξεκίνησα να την βλέπω. Δεν ξέρω πόσα θέλετε να ξέρετε εσείς για μία ταινία, για αυτό θα γράψω λίγα περί της ιδέας και του σεναρίου (λίγα, αλήθεια) στις επόμενες γραμμές. Τελικά, εκτός του ότι δεν αργείς καθόλου να καταλάβεις κι εσύ ότι δεν είναι cyborg, πραγματικά είναι αδιάφορη πληροφορία. (Τζάμπα τα άκουσε ο νίκος χεχε.)

Η εντελώς λαλημένη μικρή και χαριτωμένη ασιάτισσα που πρωταγωνιστεί βρίσκεται σε ένα τρελλάδικο καθώς η πεποίθησή της πως είναι cyborg παρεμποδίζει την σωστή ανθρώπινη λειτουργία της. Μέσα στο μικρό της κεφαλάκι, όπως και σε αυτό των υπολοίπων νοσηλευομένων υπάρχουν μικρά, ιδιαίτερα, προσωπικά και καθημερινά δράματα· μικρές, ιδιαίτερες, προσωπικές και καθημερινές ψυχώσεις. Το φλερτ με την παράνοια άλλωστε φαίνεται να είναι αγαπημένη ενασχόληση του σκηνοθέτη, όπως μάθαμε και από το Oldboy. Η ταινία αυτή όμως είναι πιο γλυκιά, χαριτωμένη, ανάλαφρη σε κάποιο βαθμό.


Το πρώτο ειδικά μέρος της ταινίας, για εμένα, θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν λίγο πιο ..δυνατό; ρυθμικό; δεν ξέρω πώς να το πω, αλλά σίγουρα με έκανε λιγάκι να ανυπομονώ. Οι ρυθμοί είναι κάπως αργοί, αλλά ίσως κι εγώ ήμουν σε πιο stressed και νευρική φάση από ό,τι χρειαζόταν για να αφεθείς στις περιγραφές της. Περίπου στο μέσο της ταινίας πάτησα pause και έγραφα (ναι στον πτωχό νίκο πάλι): "ΤΡΕΛΛΟΙ. ΠΟΛΛΟΙ ΤΡΕΛΛΟΙ. ΠΟΛΥ ΚΑΙ ΠΟΛΛΟΙ". Στο άλλο άκρο από το action movie είδος, αλλά πιστεύω πως από κάποιο σημείο και έπειτα θα σας κερδίσει σίγουρα. Η ιστορία είναι παραμυθένια όσο και ανθρώπινη, ρομαντική όσο και θλιβερή. Και επίσης -δεν ξέρω αν το ανέφερα- αλλά έχει πολλούς τρελλούς. Σε καμία περίπτωση όμως δεν ανήκει στην κατηγορία "μία μαρμαρόπλακα 10 μεγατόνων πάνω στο στέρνο μου" στην αίσθηση, κάθε άλλο μάλιστα καθώς παρ'όλη την τρέλλα -και την κορδέλλα- το film αυτό είναι μάλλον μία χαριτωμένη κομεντί.


Από πλευράς χρωμάτων και υφής, έχω να πω πως μου άρεσε πάρα πολύ! Δεν ξέρω εάν ήταν φθηνά τρικ αυτά τα ωραία χρώματα και η ιδιαίτερη σύνθεση της εικόνας, αλλά -τι να πω;- είμαι φθηνή: μου άρεσε πάρα πολύ. Candybar αποχρώσεις ανάμεσα σε λευκές στολές, παιχνιδιάρικα μάτια και τοπία-φωτογραφίες από παιδικά βιβλία· χαρακτήρες συμπαθείς, θεοπάλαβοι αλλά καλόψυχοι και ευχάριστοι. Και δύο ήρωες που ζουν και αυτοί με τον τρόπο τους την ζωή και την αγάπη, και αυτός ο τρόπος δεν μοιάζει να διαφέρει και τόσο από των υπολοίπων.


Ελπίζω να μην σας την "χάλασα". Εάν έχετε λίγο "χαριτωμένη" διάθεση κάποιο βράδυ, βάλτε την. Αλλά το ποπ κορν μπορεί να βοηθήσει στην αρχή. Έτσι να το τσεκάρετε πού και πού, να ξελαμπικάρετε λιγάκι :) :) :)


PS. [Internet geek fa/un fact] Ο τρελλός είναι ο Rain. Ο κορεάτης pop star που "συγχυσε" τον Colbert για το Time's 100 most influential people. Και το λήξανε με dance off. A Must See.